Αποφάσεις ΤΩΡΑ για την εκκλησιαστική περιουσία!
Για πολλά θέματα που απασχολούν την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία μίλησε ο νέος Αρχιεπίσκοπος, στον ενθρονιστήριο λόγο του. Ανάμεσα σ’ αυτά έθιξε και το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας:
«Πιστεύουμε –είπε– πως οι καιροί απαιτούν να αναπτυχθούν πρωτοβουλίες οι οποίες να καθιστούν την Εκκλησία εύρωστη μεν, αλλά με μοναδικό σκοπό οι πόροι της να εξαργυρώνονται στη διακονία του ποιμνίου της και επομένως τα έσοδα από τη διαχείριση της περιουσίας της να επιστρέφουν στο λαό, ώστε να μη δημιουργείται με κανένα τρόπο η αίσθηση ότι έχει μετατραπεί ο οίκος του Θεού εις οίκον εμπορίου»…
Σωστές βασικά απόψεις που δείχνουν ότι κάποια αλλαγή ίσως γίνει στα εκκλησιαστικά μας πράγματα. Και λέω ίσως, γιατί μπορεί οι προθέσεις του νέου αρχιεπισκόπου να είναι –και ασφαλώς είναι– αγαθές, όμως η οποιαδήποτε αλλαγή στο χώρο της Εκκλησίας προϋποθέτει τη συνεργασία ολόκληρης της εκκλησιαστικής ηγεσίας· και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη δυσκολία. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και οι αγνότερες των προθέσεων, συχνά, οδηγούν στην κόλαση.
Αν κρίνουμε, μάλιστα, από την πρώτη "αλλαγή" που επιχείρησε ο Αρχιεπίσκοπος στον τομέα των οικονομικών της Εκκλησίας, δεν πρέπει να είμαστε και τόσο αισιόδοξοι. Βέβαια η Εκκλησία είναι, απ’ τη φύση της, συντηρητική. Δεν πρέπει όμως να γίνεται οπισθοδρομική. Στο συγκεκριμένο θέμα απ’ την εποχή του Χριστόδουλου μας πήγε στην εποχή του Σεραφείμ.
Υπάρχουν όμως στα λόγια του Αρχιεπισκόπου δυο-τρία σημεία που χρειάζονται τις σχετικές διευκρινίσεις:
Έκανε λόγο ο Aρχιεπίσκοπος για "τα έσοδα από τη διαχείριση της περιουσίας της" και εννοεί με αυτή τη φράση –ιδιαίτερα με το κτητικό της που συνοδεύει τη λέξη περιουσία– ότι η περιουσία που διαχειρίζεται σήμερα η Εκκλησία είναι δική της.
Εδώ , ασφαλώς, υπάρχει και η πρώτη ένσταση.
Αυτό που σήμερα ακόμα –και από την απελευθέρωση– ονομάζεται εκκλησιαστική περιουσία είναι, κατά βάση, περιουσία εθνική. Το θέμα, αυτό, νομικά και ιστορικά, είναι ξεκαθαρισμένο. Ήδη, το έτος 1981, ο καθηγητής –τότε– της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Κουμάντος, με άρθρο του, στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" (4-5-1981 ) ξεκαθάρισε το θέμα της προέλευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας και διατύπωσε τις απόψεις της νομικής επιστήμης πάνω σ’ αυτό το θέμα, κατά τον πιο απλό τρόπο:
«Ένα μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας, ίσως το μέγιστο, προέρχεται από δωρεές που έγιναν προς την Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία, για να μην πάρουν τα κτήματα οι κατακτητές. Οι Τούρκοι δε σέβονταν την περιουσία των Ελλήνων αλλά σέβονταν την περιουσία της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας περιουσιών που της δόθηκαν από κατατρεγμένους Έλληνες για να τις φυλάξει και να τις διασώσει. Έτσι όμως, η ιδιοκτησία που υπάρχει κατά τους νομικούς κανόνες, βρίσκεται ηθικά υπονομευμένη: τα κτήματα αυτά ανήκουν ουσιαστικά στο εθνικό σύνολο. Θεμελιώνεται, λοιπόν, ηθικά το δικαίωμα της Πολιτείας να αξιώσει την απόδοση αυτών των περιουσιακών στοιχείων που τυπικά είναι "γραμμένα" στο όνομα της Εκκλησίας και των άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Είναι συνεπώς απαράδεχτο αυτά τα ακίνητα να τα διαχειρίζονται, σχεδόν σαν ατομική τους περιουσία, όσοι καταφέρνουν να ανεβούν σε κάποιο υψηλό αξίωμα, εκκλησιαστικό ή μοναστηριακό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις φτάνει να αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχουν ασεβείς, που παρακινούνται στην επιλογή της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας από την ελπίδα να φτάσουν κάποτε σε βαθμίδες αρκετά ψηλές, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων περιουσιών με ελάχιστο έλεγχο. Έτσι όμως διαφθείρεται η ιεροσύνη που, αντί να είναι αποτέλεσμα προσωπικής κλίσης ή κλήσης από το Θεό, είναι πειρασμός του Μαμμωνά».
Το δεύτερο σημείο του λόγου του Αρχιεπισκόπου που δημιουργεί ερωτηματικά και χρειάζεται κι αυτό τη σχετική διευκρίνιση είναι αυτό που μιλάει για "πρωτοβουλίες που θα κάνουν την Εκκλησία εύρωστη".
Εννοεί προφανώς την οικονομική "ευρωστία" της Εκκλησίας, που θα της επιτρέψει να διαθέτει "τους πόρους της στη διακονία του ποιμνίου της και τα έσοδα να επιστρέφουν στο λαό". Συνδυάζει έτσι ο Αρχιεπίσκοπος την οικονομική δραστηριότητα της Εκκλησίας με την ανάλογη κοινωνική –φιλανθρωπική– της δραστηριότητα. Όσο όμως η ηγεσία της Εκκλησίας θα αναπτύσσει οικονομική δραστηριότητα, με περιουσία "ηθικά υπονομευμένη", αφού αυτή "ανήκει, ουσιαστικά, στο εθνικό σύνολο", τότε να είναι βέβαιος ο Αρχιεπίσκοπος ότι "ο οίκος του Θεού" –δηλαδή η Εκκλησία– θα "έχει μετατραπεί εις οίκον εμπορίου" –όπως είναι, σε μεγάλο βαθμό σήμερα.
Αυτά επισημαίνει, σε άρθρο του, στο περιοδικό " ΕΥΘΥΝΗ " (τεύχος 28, Απρίλιος 1974 ) ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος – τα ίδια ακριβώς διατύπωνε και στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις:
"Υπάρχει μια χτυπητή διαφορά μεταξύ της σημερινής και της παλιάς, αρχαίας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η παλιά Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν μαχόμενη και δυναμική, ενώ η σύγχρονη είοναι απόλεμη και στατική. Η παλιά Ορθόδοξη Εκκλησία έδινε απάντηση στη μεταφυσική, θρησκευτική ανάγκη του ανθρώπου και είχε βαθύτερη σχέση με την ελληνική φιλοσοφία και τα ελληνικά γράμματα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι η Εκκλησία για να αποχτήσει κινητικότητα πρέπει να γίνει κοινωνική, δηλαδή να ανταποκριθεί με τη βοήθειά της στις κοινωνικές ανάγκες του ανθρώπου. Όμως το έργο τούτο καλύπτεται, πρέπει να καλύπτεται, σήμερα και μάλιστα προγραμματισμένα απ’ την Πολιτεία. Η κοινωνική δραστηριότητα της Εκκλησίας, όσο κι αν αναπτυχθεί, δε θα δικαιώσει ποτέ την Εκκλησία, η αποστολή της οποίας είναι καθαρά πνευματική, μυστηριακή. Όσο μάλιστα πιο κοινωνική γίνεται η Εκκλησία, τόσο περισσότερο απομακρύνεται απ’ την πνευματική της αποστολή. Όταν η Εκκλησία δεν έχει πνεύμα, τότε προσπαθεί να γίνει κοινωνική, όχι τόσο για αν σώσει, όσο για να σωθεί η ίδια. Καμιά αναγέννηση της Εκκλησίας δεν είναι δυνατό να γίνει χωρίς πνεύμα. Πρέπει, λοιπόν, οι τεταγμένοι με τη διοίκηση της Εκκλησίας να παρατήσουν τα τυπικά προνόμια και να σκύψουν βαθιά μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας. Το πνεύμα τούτο υπάρχει, αλλά για να έρθει σε φως, χρειάζεται πνοή και πίστη. Δε σώζεται η Εκκλησία με εξωτερικά επιχρίσματα, ούτε με νόμους της Πολιτείας, γιατί έχει δικούς της αιώνιους νόμους, τους οποίους όμως πρέπει να σέβονται οι τεταγμένοι να διοικούν την Εκκλησία".
Και δε φτάνει μονάχα αυτό. Υπάρχουν περιπτώσεις, σαν αυτή των Ιωαννίνων, κατά τις οποίες ο Μητροπολίτης, με φιρμάνια του σουλτάνου και με διατάγματα των τριών φασιστικών καθεστώτων –με τα οποία η Μητρόπολη Ιωαννίνων είχε, πάντα, αγαστή συνεργασία– κατακρατεί και διαχειρίζεται περιουσίες, καθαρά εθνικές –όπως αυτές του Ν. Ζωσιμά, του Γ. Σταύρου και του Γ. Τούλη– εντελώς αντίθετα με το Σύνταγμα, με τους νόμους της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και με τη βούληση των ευεργετών. Γι’ αυτή την απαράδεχτη κατάσταση ενημέρωσε κανείς τον Αρχιεπίσκοπο, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στα Γιάννινα, ώστε να προφυλαχτεί από βαρύγδουπες ανακοινώσεις για αλλαγές που σκοπεύει, τάχα, να κάνει στην Εκκλησία; Με ποιους θα τις κάνει;
Τι φταίει όμως ο οποιοσδήποτε Αρχιεπίσκοπος και οι οποιοιδήποτε μητροπολίτες. Αυτοί τη δουλειά τους κάνουν και μάλιστα, για τον εαυτό τους, την κάνουν πολύ καλά. Αν πράγματι ο Αρχιεπίσκοπος πιστεύει σε αλλαγές που θα οδηγήσουν την Εκκλησία προς τα εμπρός και θα την καταξιώσουν στη συνείδηση των χριστιανών, δεν έχει παρά να ζητήσει από την Πολιτεία να ενεργοποιήσει το νόμο του Τρίτση για την εκκλησιαστική – μοναστηριακή περιουσία και για τα αιρετά μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Επίσης να ζητήσει να αποκατασταθεί η συνταγματική και κοινοβουλευτική τάξη στα Γιάννινα για να μην εκτίθεται ανεπανόρθωτα η μητρόπολη Ιωαννίνων και να πάψει να διαχειρίζεται –κατά τρόπο ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά απαράδεχτο– περιουσίες που δεν της ανήκουν και την έχουν μετατρέψει "εις οίκον εμπορίου". Διαφορετικά οι διακηρύξεις του δεν έχουν καμιά αξία, οπότε θα παραμείνει στην ιστορία της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, απλά, ως Ιερώνυμος Β΄.
Το φταίξιμο δεν είναι δικό τους. Το φταίξιμο είναι των πολιτικών μας, σε τελευταία ανάλυση, είναι δικό μας.
Όσο, πολιτικοί και πολίτες, παραμένουμε "δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα", όχι μόνο δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε προς το καλύτερο –παρά τις διακηρύξεις του Αρχιεπισκόπου– αλλά περιμένουν πολλά και ασήκωτα δεινά, εμάς και τα παιδιά μας. πηγη Π Λ
Σχετικά θέματα
- Συνέντευξη Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστάσιου σε κυπριακή εφημερίδα ενόψει της επίσημης επίσκεψης του στην Κύπρο
- Ελληνοαλβανικό σχολείο λειτουργεί στο Αργυρόκαστρο
- Οι βορειοηπειρώτες από ποιους πρέπει να προστατευτούμε;
- Οι νέοι έχουν δίκιο να είναι οργισμένοι
- Αρχαιοκάπηλοι λεηλατούν ορθόδοξους ναούς στην Αλβανία

Υποβολή νέου σχολίου